Πώς να γινότανε να μέναμε ανεξάρτητοι κ’ εμείς, με την ωραία

χαρά της αδιαφορίας, της ανεξιθρησκίας, πέρα απ’ τα πάντα,

μέσα στα πάντα, μέσα μας — μόνοι, ενωμένοι, αδέσμευτοι,

δίχως συγκρίσεις, ανταγωνισμούς, ελέγχους, δίχως

να μας μετράει ή οποία αναμονή κι απαίτηση των άλλων. Έτσι μόνο

να βλέπω το λουρί του σκανδάλου σου, που μου χωρίζει

το μεγάλο σου δάχτυλο, το άμεπτο, προς μια δική μου θέση,

προς ένα χώρο μυστικό, δικό μου, πλάι στις ροδοδάφνες,

και τ’ ασημένια φύλλα της νύχτας να πέφτουν στον ώμο σου

κι ο ήχος της κρήνης να περνάει ανεπαίσθητα κάτω απ’ τα νύχια μας.


Γιάννης Ρίτσος, ΟΡΕΣΤΗΣ (1966)

Δραματουργική επεξεργασία, σκηνοθεσία και σκηνογραφία :
Γιάννης Κατσάνος
,
Ερμηνεία:
Νίκος Σταμογιάννης
(ελληνικά)
Θεατρικη ανάγνωση
Jeremie Siska
Μετάφραση στα γαλλικά:
Φίλιππος Κατσάνος

Δημιουργία Βίντεο:
Παναγιώτης Κύριλλος, Ιωάννης Κατσάνος ,
Θεοχάρης Παπαδόπουλος,
Κινησιολογική επιμέλεια:
Ζωή Ευσταθίου
Κοστούμια:
Βασιλική Λευκούδη
Ραφή κουστουμιών:
Χρήστος Δημητριάδης, Χρήστος Μπιμπίτσος
modus vivendi, Θεσσαλονίκη
Μαριανθη Σπύρου, Χαλκίδα

Κατασκευή σκηνικών:
Λευτέρης Βενετσιάνος

Επικοινωνία: Ιωάννης Κατσάνος, ioannis.katsanos@ulb.ac.be

http://monologuesdautomne.ulb.ac.be/index.html

http://grec-moderne-ulb.blogspot.com/

Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

Της νύχτας παιδί, ονομάστηκε Ορέστης.

Το όνειρο ενός καλοκαιριού περιήγησης σε μέρη ιερά και αρχαία, τον διακτίνησε στο κατώφλι του παλατιού των παιδικών του χρόνων. Τον ξύπνησε βίαια η ηλεκτρική φωνή της αδερφής του μεταφέροντας και ανασυντάσσοντας τα μόρια του σε μια διάσταση μοιρασμένη ανάμεσα σε δύο κόσμους. Σύντομα όμως θα αντιληφτεί πως το πάρκο έχει σκουριάσει, η τραμπάλα τρίζει σε κάθε της ταλάντευση και η τσουλήθρα γλιστράει αντίστροφα. Τα παιχνίδια έδωσαν τη θέση τους σε νεκρές πηγές, ακατοίκητους στρατώνες, σανδάλια νεκρών. Τοπίο άγρια ξεριζωμένο από παιδικό εφιάλτη.
Εκείνος, στο κέντρο και στην άκρη ενός κύκλου αίματος πρόλαβε να μεταμορφωθεί από κάμπια, σε ψυχή πεταλούδας. Της νύχτας παιδί, ονομάστηκε Ορέστης και οι θεοί τού όρισαν να επιστρέψει στο σκοτάδι της μήτρας βασιλιάς.
Μα πώς; Πώς να επιστρέψει όταν το φως στα μάτια του, η ανάσα στο στόμα του, ο σφετεριστής της μόνης του ζωής βρίσκονται απέναντι του; Όταν ένα κομμάτι σώμα κατεδαφίζεται; Πώς να μπορέσει αποτεφρώνοντας τον ίδιο του τον εαυτό να φτιάξει κορμί βασιλικό, ηγέτη και εκδικητή από την ίδια του την τέφρα; Τι είναι τελικά πιο σημαντικό; Να ικανοποιείς τις επιθυμίες των άλλων ή να τιθασεύεις τη δική σου; Πώς να αποφασίσει όταν η αγάπη τον παρατηρεί βουβά;
Δεν ξέρω.
Κι όμως, όλοι κλάψαμε κάποτε ξυπνώντας.

Νίκος Σταμογιάννης

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Πρίγκιπας στα σφαγεία.

«Στον αιώνα του Ορέστη και της Ηλέκτρας που ανατέλλει, ο Οιδίποδας θα είναι απλώς μια κωμωδία.»
Χάινερ Μύλερ
Πριν γεννηθεί θεοί και άνθρωποι τον περιμένουν. Από τους τελευταίους επιζώντες μιας γενιάς πνιγμένης στο αίμα και στα φρικιαστικά δείπνα. Έτυχε πρίγκιπας στα σφαγεία, μ’ένα μαρμάρινο κεφάλι στα χέρια που του εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρει πού να τα ακουμπήσει. Ενώ πίσω του τον περιμένει βουβός ο έρωτάς του. Που έχει τα μάτια του Πυλάδη, που δεν μιλά, που τον αφήνει μόνο του να μετεωρίζεται σε μνήμες, αισθήματα και σκέψεις που τον συνταράζουν.

Η περίεργη σιωπή του Πυλάδη και οι επίμονες κραυγές της αδελφής του, Ηλέκτρας, τον βυθίζουν στην απόγνωση, τον εκτοξεύουν στον παράφορο θυμό. Ένα μαχαίρι τον περιμένει βαθιά κρυμμένο στη μνήμη από το χέρι του πατέρα του. Κι η μήτρα που τον γέννησε να ξαναμπεί βίαια μέσα της εκδικητής και τροπαιούχος.

Προς το παρόν στέκεται εκεί. Ανάμεσα. Μπροστά στην πύλη που θα αλλάξει τη ζωή του. Στέκεται εκεί με το χέρι στην πόρτα της μνήμης και τρόμο πυκνό στα δυο του τα μάτια. Πρίγκιπας χωρίς βασίλειο, απέραντα μόνος μπροστά στο κατώφλι της πράξης. Πλήρης δακρύων και έρωτα. Άλλοι, χωρίς να τον ρωτήσουν, όρισαν τη ζωή του, το σώμα και τη φωνή του σ’ένα σχήμα που δεν τον χωράει. Παλεύει να βγει, χτυπιέται και χτυπάει απελπισμένα σαν την πεταλούδα της νύχτας στο φώς, εγκαλώντας όσους σφετερίστηκαν τη ζωή του, όσους λογαριάζουν να του κλείσουν το στόμα.

Φρικτά μαύρα βάθη και ιλιγγιώδη εκτυφλωτικά ύψη. Με την εφηβική ψυχή σε μαρμαρυγές θανάτου. Με το θυμό να τον τινάζει ως την κατάρρευση. Κοσμικά μόνος, γυμνός ως το κόκαλο. Με λέξεις που καλπάζουν χωρίς σταματημό μπροστά, αισθήματα και σκέψεις που σέρνονται νικημένα πίσω από το άρμα του. Words, words, words. Χωρίς έστω την περιφρόνηση της τρέλας, ή την παραίτηση του άλλου πρίγκιπα, του Αμλέτου, που γνωρίζει καλά πως οι λέξεις ούτε χτίζουν ούτε γκρεμίζουν μια λειψή πραγματικότητα που προχωράει κουτσαίνοντας προς την εξαφάνιση.

Στέκεται εκεί. Μπροστά στην πύλη. Με το ένα χέρι στην πόρτα της μνήμης και στο άλλο ένα ματωμένο μαχαίρι που μας σημαδεύει.

Δεν θα του μιλήσει λοιπόν κανείς;

Γιάννης Κατσάνος

Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

Γιάννη Ρίτσου ΟΡΕΣΤΗΣ (1966)

(Δυο νέοι, ως 20 χρονών, σταμάτησαν στα προπύλαια με μιαν έκφραση σα να προσπαθούσαν κάτι να θυμηθούν, κάτι ν’ αναγνωρίσουν, ενώ τους ήταν όλα αφάνταστα γνωστά και συγκινητικά, μόνο πού κάπως μικρότερα — πολύ μικρότερα — απ’ όσο τα σκέφτονταν στην ξενιτιά, από άλλο χώρο κι από άλλο χρόνο, — πολύ μικρότερα και τα τείχη κι οι τεράστιες πέτρες κι ή πύλη των λεόντων και το παλάτι κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού. Καλοκαίρι πια. Νυχτώνει. Τα ιδιωτικά αυτοκίνητα και τα μεγάλα εκδρομικά λεωφορεία έχουν φύγει. Ό χώρος ανασαίνει μες στην ησυχία, — μια βαθειά αναπνοή απ’ τα στόματα των αρχαίων τάφων και των αναμνήσεων. Ένα κομμάτι εφημερίδα σάλεψε στα καμένα χόρτα, φυσημένο από αόριστη πνοή. Ακούγεται το βήμα του νυχτοφύλακα και το μεγάλο κλειδί πού κλειδώνει τη μέσα πόρτα του πύργου. Τότε, σα ν’ απελευθερώθηκαν μες στη ζεστή δροσιά της νύχτας, oι γρύλλοι χτύπησαν τα μικρά ταμπούρλα τους. Κάπου, πίσω απ' το βουνό, έρπει μια αμφίβολη λάμψη — ίσως είναι το φεγγάρι. Και την ίδια ακριβώς στιγμή ακούστηκε απ’ την πέτρινη σκάλα, οξύς, σκληρός, παράτονος, ο θρήνος μιας γυναίκας. Οι δυο νέοι δεν κοιτάχτηκαν. Δέθηκαν με το κάτω τείχος σα δυο μεγάλες σκιές. Σε λίγο ο ένας σκούπισε τον ιδρώτα του απ’ το μέτωπό του με το μαντίλι του, έδειξε προς τα εκεί με χαλαρωμένο δάχτυλο και μίλησε στον άλλον, πού έμενε πάντα στοργικά βουβός και αφοσιωμένος σαν Πυλάδης.)

Άκου, — δεν έπαψε ακόμη, δεν κουράστηκε. Ανυπόφορη,
μέσα σ’ αυτή τη νύχτα την ελληνική — τόσο ζεστή, τόσο γαλήνια,

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ [1909-1990]

Γεννήθηκε στη Μονεμβασιά την Πρωτομαγιά του 1909. Η οικογένειά του, μεγαλοκτηματίες της περιοχής, καταστράφηκε οικονομικά λίγα χρόνια αργότερα και, το χειρότερο, βυθίστηκε στο πένθος. Το 1921 πεθαίνει φυματικός ο μεγάλος γιος, δόκιμος αξιωματικός του ναυτικού, καθώς και η μητέρα, το λατρεμένο πρόσωπο του ποιητή, από την ίδια αρρώστια. Το «νεκρό σπίτι» έμελλε να σφραγίσει τη ζωή και το έργο του. Τα πρώτα του ποιήματα δημοσιεύονται στη Διάπλαση των παίδων το 1924, με το ψευδώνυμο «Ιδανικό όραμα». Το 1925 εγκαθίσταται στην Αθήνα, όπου εργάζεται για λίγο ως δακτυλογράφος και αντιγραφέας συμβολαίων. Το επόμενο έτος προσβάλλεται κι αυτός από φυματίωση. Η ζωή του για πολλά χρόνια θα μοιράζεται ανάμεσα σε φθισιατρεία και σε διάφορες δουλειές με εξευτελιστικούς όρους (ηθοποιός, χορευτής, διορθωτής και επιμελητής κειμένων). Στο σανατόριο «Σωτηρία» όπου νοσηλεύεται (1927-30) μυείται στον μαρξισμό από μέλη του ΚΚΕ. Το «ιδανικό όραμα» ανακαλύπτει το κοινωνικό όραμα.

1934-36: Χρησιμοποιώντας τον παραδοσιακό στίχο, στις συλλογές Τρακτέρ (1934), Πυραμίδες (1935), εκφράζει τους νέους προσανατολισμούς του, επιχειρώντας μια ρήξη που αποδεικνύεται, όμως, αρκετά επώδυνη.Τον Μάιο του 1936 η αιματηρή καταστολή της διαδήλωσης των απεργών καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη τού εμπνέει τον Επιτάφιο, αυτό το μοιρολόι της μάνας μπροστά στο σώμα του σκοτωμένου γιου της, που μετατρέπεται σε κοινωνική διαμαρτυρία. Αντίτυπα του Επιτάφιου ρίχτηκαν στην πυρά από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, μαζί με άλλα βιβλία, σε ειδική «τελετή» στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.

1937-43: Είναι η περίοδος της λυρικής έκρηξης. Το 1937, συγκλονισμένος από την ψυχική ασθένεια της αδελφής του Λούλας, που οδηγείται στο Δαφνί, γράφει Το τραγούδι της αδελφής μου (στο ίδιο ίδρυμα βρίσκεται ο πατέρας του από το 1932). Είναι το ποίημα που θα του εξασφαλίσει το «χρίσμα» από τον ηλικιωμένο Παλαμά: «Παραμερίζουμε, Ποιητή, για να περάσεις».Η Εαρινή συμφωνία (1938) έρχεται να επουλώσει πληγές: ψυχική ανάταση μπροστά στο θαύμα του πρωτοφανέρωτου έρωτα. Στο Εμβατήριο του ωκεανού (1940) το όνειρο του μεγάλου ταξιδιού τρέφεται με μνήμες του μονεμβασιώτικου βράχου.Την έντονη μουσικότητα διαδέχεται ένας υπόγειος ρυθμός στην Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής (1943), και στη Δοκιμασία (1943), όπου θα κάνουν την εμφάνισή τους σταδιακά συμβολικές αναφορές στη ζοφερή κατοχική πραγματικότητα.

1944-53: Σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής ο ποιητής είναι καθηλωμένος στο κρεβάτι από σοβαρή υποτροπή της αρρώστιας. Συμμετέχει στο καλλιτεχνικό τμήμα του ΕΑΜ. Πολλά από τα γραπτά του, μεταξύ των οποίων και ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, καταστράφηκαν στα Δεκεμβριανά. Στον Εμφύλιο, εξορίζεται στη Λήμνο (1948), στη Μακρόνησο (1949), στον Αϊ-Στράτη (1950). Απελευθερώνεται το 1952.Από την Τελευταία π. Α. εκατονταετία (1942), που γράφεται παράλληλα με τη Δοκιμασία, αρχίζει μια καινούργια περίοδος, η οποία καλύπτει όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια. Πρόκειται σχεδόν αποκλειστικά για ποιήματα του αγώνα και της εξορίας, τα οποία, αν και διαφέρουν μορφολογικά μεταξύ τους, τα συνδέουν η θεματική συνάφεια και η νωπή ιστορική εμπειρία.Η κοινότητα του πόνου θα εκφραστεί με τη μορφή του χορικού (Τρία χορικά, 1944-47). Την εποποιία της Αντίστασης ζωντανεύουν τα δίδυμα έργα Ρωμιοσύνη και Η Κυρά των Αμπελιών (1945-47). Στον Πέτρινο χρόνο (1949), ο λόγος απογυμνώνεται, γίνεται κραυγή που ανεβαίνει από την κόλαση της Μακρονήσου. Συμπύκνωση, εξομολογητικότητα στα απέριττα Ημερολόγια εξορίας. Παράλληλα, ένα ποίημα ποταμός (5.500 στίχοι), Οι γειτονιές του κόσμου (1949-51), «χρονικό» της δεκαετίας 1940-50. Με πολλά ενδιάμεσα στάδια, ο κύκλος κλείνει με την Ανυπόταχτη πολιτεία (1952-53): συνειδητοποίηση του βάθους της ήττας της αριστεράς με την επιστροφή στη μουδιασμένη και «εκσυγχρονιζόμενη» Αθήνα. Προσπάθεια επανένταξης και εσωτερικός αγώνας για την ανάκτηση των χαμένων ελπίδων.

1954-67: Το 1954 ο Ρίτσος παντρεύεται τη γιατρό Γαρυφαλιά (Φαλίτσα) Γεωργιάδη. Τα χρόνια που ακολουθούν είναι ανάπαυλα ειρήνης και γαλήνης στο σπιτικό περιβάλλον. Τη γέννηση της κόρης του Έρης ακολουθεί το ευφρόσυνο Πρωινό άστρο (1955). Η εποχή αυτή θα φέρει καινούργια καρποφορία. Εσωτερικές διεργασίες και αντικειμενικές συνθήκες αποδεσμεύουν πολύτιμη ύλη που θα οδηγήσει το έργο του στην αιχμή της σύγχρονης ποίησης. Είναι η περίοδος των υψηλών συλλήψεων και των ευρηματικών μορφικών τρόπων της Τέταρτης διάστασης, που εγκαινιάζεται με την κλασική στην οικονομία της και την υποβλητική της γοητεία Σονάτα του σεληνόφωτος (1956, Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης).Στα πολύστιχα αυτά ποιήματα –δραματικοί μονόλογοι τα περισσότερα– ο Ρίτσος με προσωπεία, σύγχρονα ή μυθολογικά, θα επιχειρήσει καταβυθίσεις στο σκοτεινό πηγάδι της ψυχής και του υποσυνείδητου, θα μιλήσει για τη μοναξιά, την ερωτική στέρηση, το γήρασμα του σώματος και των πραγμάτων (Σονάτα..., Το νεκρό σπίτι, 1959· Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού, 1960), θα αναδείξει την αξία της απλής ζωής όπου συντελείται το θαύμα, αποενοχοποιώντας τον αντιήρωα (Ισμήνη, 1972), θα ανατάμει τις συνειδησιακές συγκρούσεις του ατόμου-φορέα της κοινωνικής πράξης (Ορέστης, 1966· Φιλοκτήτης, 1965). Θα επιχειρήσει μια δυναμική ανακατάκτηση του χρόνου μέσα από την ατομική και ιστορική μνήμη (Όταν έρχεται ο ξένος, 1958).Παράλληλα με τις συνθέσεις της Τέταρτης Διάστασης, καλλιεργεί συστηματικά το ολιγόστιχο ποίημα, που δείχνει να συμπυκνώνει τους πληθωρικούς μονολόγους. Λιτό, συχνά αινιγματικό, καταγράφει χαμηλόφωνα τις ελάχιστες χειρονομίες, τους ψυχικούς κραδασμούς, καθηλώνει το φευγαλέο καθαγιάζοντας την καθημερινότητα. Ο ποιητής διαλέγεται με τον κόσμο των πραγμάτων (έπιπλα, σκεύη, εργαλεία της δουλειάς), αυτών των «απλών, απτών, αδιανόητων και κατευναστικών αντικειμένων, αυτών των μικρών συσσωρευτών της χρήσιμης ανθρώπινης ενέργειας», καθώς λέει ο ίδιος σχολιάζοντας τις Μαρτυρίες (1963, 1966).

1967-72: Αμέσως μετά το πραξικόπημα του 1967, ο Ρίτσος οδηγείται πάλι στην εξορία (Γυάρος, Λέρος) και, στη συνέχεια, τίθεται σε κατ’ οίκον περιορισμό στη Σάμο έως το τέλος του 1970. Παράλληλα, αντιμετωπίζει το φάσμα του θανάτου (νοσηλεύεται στον «Άγιο Σάββα» φρουρούμενος). Από την άλλη, η διάσπαση του ΚΚΕ και η επέμβαση στην Τσεχοσλοβακία κάθε άλλο παρά θα τονώσουν το ηθικό του. Και όμως, η ζοφερή επταετία θα είναι η πιο παραγωγική του περίοδος. Το πλήθος των βραβείων και των τιμητικών διακρίσεων στο εξωτερικό, όπως και οι μεταφράσεις ποιημάτων του σε διάφορες γλώσσες μαρτυρούν την ολοένα και μεγαλύτερη διεθνή απήχηση του έργου του.Η τριπλή συλλογή Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα (1968) εκδόθηκε δίγλωσση στη Γαλλία: καταγγελία του καθεστώτος, έκφραση πικρίας, αλλά και αίσθημα «απορφανισμού», απόρροια της κρίσης στις σοσιαλιστικές χώρες. Χωρίς να λείπει η αντιστασιακή δόνηση, όπως στο χορικό Ο αφανισμός της Μήλος (1971), ή στα Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1973), το κύριο σώμα των ποιημάτων αυτών διαποτίζεται από αίσθηση ματαιότητας και θανάτου. Σε συλλογές όπως Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη (1974), Διάδρομος και Σκάλα (1973), Γραφή τυφλού (1979) εισβάλλει ο κόσμος του «ημερινού και νυχτερινού εφιάλτη». Ένας κόσμος σακατεμένος, παραμορφωμένος, παρανοϊκός.Αλλά και σε μονολόγους της Τέταρτης Διάστασης (1972), όπως ο Αγαμέμνων, η Χρυσόθεμις, Η Ελένη, Η επιστροφή της Ιφιγένειας, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στο υπαρξιακό πεδίο. Είναι η ώρα των απολογισμών: ο Τρωικός Πόλεμος, η θυσία της Ιφιγένειας, η καθαρτήρια μητροκτονία θέτουν τώρα το τραγικό αναπάντητο ερώτημα: Προς τι; Και όμως, κατά την περίοδο της δικτατορίας θα ακουστούν συνθέσεις εξόδου που προοιωνίζονται μια καρποφόρα δημιουργία, ενδεικτική της εγρήγορσης, της θεληματικότητας και του πάθους του ακατάβλητου ποιητή.

1972-83: Η Γκραγκάντα (1973) και το Κωδωνοστάσιο (1974) ευαγγελίζονται τον αντιδικτατορικό ξεσηκωμό (Πολυτεχνείο), αλλά και εγκαινιάζουν νέους εκφραστικούς τρόπους. Μετα-υπερρεαλιστική, εξπρεσιονιστική γραφή, αμάλγαμα λόγιας και λαϊκής γλώσσας. Ένας κόσμος ρευστός, όπου άνθρωποι, ζώα, πράγματα συνδιαλέγονται απειθάρχητα: «...Και τα λόγια διασταυρούμενα, ανταποκρίσεις, απομακρύνσεις, παρεξηγήσεις, τυχαίες συνέχειες –το πιότερο μονόλογοι– λόγια ασυνάρτητα, ασήμαντα, ερευνητικά, αναπάντητα, απαραίτητα...», σχολιάζει ο ίδιος. Ένα αλλόκοτο σύμπαν μυρμηγκιάζει στην αστείρευτη φαντασία του ποιητή. Ίσως αυτό να σημαίνει ο τίτλος Γίγνεσθαι (συγκεντρωτικός τόμος που εκδόθηκε το 1988), σε σχέση μ’ ένα προηγούμενο «είναι». Τα Επινίκια, επίσης συγκεντρωτικός τόμος που περικλείει ποιητικές συνθέσεις από το 1977 έως το 1983, ανακαλούν επικές μνήμες που προβάλλονται στο μέλλον. Ενορατικές συλλήψεις του υπερώριμου Ρίτσου, ο οποίος επενδύει, με όλη την ποιητική σκευή του και τον παράφορο λυρισμό του, άλλη μια φορά στο ιστορικό στοίχημα.Προέκταση της ποίησής του η πεζή εννεαλογία Εικονοστάσιο ανώνυμων αγίων (1983-86), σύντηξη ατομικών και κοινωνικών βιωμάτων, αλλά και ερωτικών φαντασιώσεων.

Ο Γιάννης Ρίτσος πέθανε στις 11 Νοεμβρίου 1990, αφήνοντας πενήντα (!) ανέκδοτες συλλογές ποιημάτων.

Οι συλλογές που εκδόθηκαν αμέσως μετά το θάνατό του με τον τίτλο Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα (1991) είναι η ύστατη χειρονομία του. Απογοητευμένος από τη διάψευση των προσδοκιών του, κοιτάζει κατάματα το θάνατο μεταγγίζοντας και τις τελευταίες στιγμές του στο λόγο. «Γεύση βαθιά του τέλους προηγείται του ποιήματος. Αρχή».