Πώς να γινότανε να μέναμε ανεξάρτητοι κ’ εμείς, με την ωραία

χαρά της αδιαφορίας, της ανεξιθρησκίας, πέρα απ’ τα πάντα,

μέσα στα πάντα, μέσα μας — μόνοι, ενωμένοι, αδέσμευτοι,

δίχως συγκρίσεις, ανταγωνισμούς, ελέγχους, δίχως

να μας μετράει ή οποία αναμονή κι απαίτηση των άλλων. Έτσι μόνο

να βλέπω το λουρί του σκανδάλου σου, που μου χωρίζει

το μεγάλο σου δάχτυλο, το άμεπτο, προς μια δική μου θέση,

προς ένα χώρο μυστικό, δικό μου, πλάι στις ροδοδάφνες,

και τ’ ασημένια φύλλα της νύχτας να πέφτουν στον ώμο σου

κι ο ήχος της κρήνης να περνάει ανεπαίσθητα κάτω απ’ τα νύχια μας.


Γιάννης Ρίτσος, ΟΡΕΣΤΗΣ (1966)

Δραματουργική επεξεργασία, σκηνοθεσία και σκηνογραφία :
Γιάννης Κατσάνος
,
Ερμηνεία:
Νίκος Σταμογιάννης
(ελληνικά)
Θεατρικη ανάγνωση
Jeremie Siska
Μετάφραση στα γαλλικά:
Φίλιππος Κατσάνος

Δημιουργία Βίντεο:
Παναγιώτης Κύριλλος, Ιωάννης Κατσάνος ,
Θεοχάρης Παπαδόπουλος,
Κινησιολογική επιμέλεια:
Ζωή Ευσταθίου
Κοστούμια:
Βασιλική Λευκούδη
Ραφή κουστουμιών:
Χρήστος Δημητριάδης, Χρήστος Μπιμπίτσος
modus vivendi, Θεσσαλονίκη
Μαριανθη Σπύρου, Χαλκίδα

Κατασκευή σκηνικών:
Λευτέρης Βενετσιάνος

Επικοινωνία: Ιωάννης Κατσάνος, ioannis.katsanos@ulb.ac.be

http://monologuesdautomne.ulb.ac.be/index.html

http://grec-moderne-ulb.blogspot.com/

Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

Της νύχτας παιδί, ονομάστηκε Ορέστης.

Το όνειρο ενός καλοκαιριού περιήγησης σε μέρη ιερά και αρχαία, τον διακτίνησε στο κατώφλι του παλατιού των παιδικών του χρόνων. Τον ξύπνησε βίαια η ηλεκτρική φωνή της αδερφής του μεταφέροντας και ανασυντάσσοντας τα μόρια του σε μια διάσταση μοιρασμένη ανάμεσα σε δύο κόσμους. Σύντομα όμως θα αντιληφτεί πως το πάρκο έχει σκουριάσει, η τραμπάλα τρίζει σε κάθε της ταλάντευση και η τσουλήθρα γλιστράει αντίστροφα. Τα παιχνίδια έδωσαν τη θέση τους σε νεκρές πηγές, ακατοίκητους στρατώνες, σανδάλια νεκρών. Τοπίο άγρια ξεριζωμένο από παιδικό εφιάλτη.
Εκείνος, στο κέντρο και στην άκρη ενός κύκλου αίματος πρόλαβε να μεταμορφωθεί από κάμπια, σε ψυχή πεταλούδας. Της νύχτας παιδί, ονομάστηκε Ορέστης και οι θεοί τού όρισαν να επιστρέψει στο σκοτάδι της μήτρας βασιλιάς.
Μα πώς; Πώς να επιστρέψει όταν το φως στα μάτια του, η ανάσα στο στόμα του, ο σφετεριστής της μόνης του ζωής βρίσκονται απέναντι του; Όταν ένα κομμάτι σώμα κατεδαφίζεται; Πώς να μπορέσει αποτεφρώνοντας τον ίδιο του τον εαυτό να φτιάξει κορμί βασιλικό, ηγέτη και εκδικητή από την ίδια του την τέφρα; Τι είναι τελικά πιο σημαντικό; Να ικανοποιείς τις επιθυμίες των άλλων ή να τιθασεύεις τη δική σου; Πώς να αποφασίσει όταν η αγάπη τον παρατηρεί βουβά;
Δεν ξέρω.
Κι όμως, όλοι κλάψαμε κάποτε ξυπνώντας.

Νίκος Σταμογιάννης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου